ἀτελής

ἀτελής
ᾰτελής
1 ineffectual ὄφρα μὴ ταμίᾳ Κυράνας ἀτελὴς γένοιτο μαντεύμασιν (pr., sc. Ἀπόλλων) P. 5.62

μυριᾶν δ' ἀρετᾶν ἀτελεῖ νόῳ γεύεται N. 3.42

ἀτελῆ σοφίας καρπὸν δρέπειν (sc. τοὺς φυσιολογοῦντας) fr. 209.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτελῆς — ἀτελής without end masc/fem acc pl (attic epic doric) ἀτελής without end masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτελής — without end masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατελής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, επίρρ. ώς 1. ασυμπλήρωτος: Η εκπαίδευσή του αυτή είναι ατελής. 2. ελαττωματικός: Η μέθοδος αυτή διδασκαλίας ξένης γλώσσας είναι ατελής. 3. ο απαλλαγμένος από την πληρωμή φόρου: Η εισαγωγή των μηχανημάτων για …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ατελής — Γένος πλατύρρινων πιθήκων της τάξης των πρωτευόντων θηλαστικών. Περιλαμβάνει διάφορα είδη, που ζουν στην Κεντρική και Νότια Αμερική κατ’ αγέλες στα ισημερινά δάση. Ένα είδος που ζει στη Βραζιλία (ateles paniscus) έχει σώμα λεπτό, μικρό κεφάλι,… …   Dictionary of Greek

  • ἀτελῆ — ἀτελής without end neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀτελής without end masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀτελής without end masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτελέστερον — ἀτελής without end adverbial comp ἀτελής without end masc acc comp sg ἀτελής without end neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτελεστάτων — ἀτελής without end fem gen superl pl ἀτελής without end masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτελεστέραις — ἀτελής without end fem dat comp pl ἀτελεστέρᾱͅς , ἀτελής without end fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτελεστέρων — ἀτελής without end fem gen comp pl ἀτελής without end masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτελεῖ — ἀτελής without end masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀτελής without end masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτελεῖς — ἀτελής without end masc/fem acc pl ἀτελής without end masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”